Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόριλλα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κόρη
Κόρη
κόρηθρον
κόρημα
Κορησία
Κορησός
Κορησσός
Κορήτας
κορθέλαι
κορθίλη
κορθύλη
κορθύλος
κορθύνω
κορθύομαι
κόρθυς
κορθύω
κορθώ
κόρι
Κορία
κοριάλαι
κορίαννον
κορίανον
κορίαξος
Κοριάσια
κορίδιον
κορίζομαι
κορίζω
Κορίη
κορικός
κορικῶς
κόριλλα
κοριναῖος
κορίνη
Κορινθιάζομαι
κορινθιάζομαι
κορινθιάζω
Κορινθιακός
Κορινθιαστής
Κορινθικός
Κορίνθιος
Κορινθιουργής
κορινθιουργής
Κορινθίως
Κορινθοειδής
Κορινθόθι
Κορινθόνδε
Κόρινθος
Κόριννα
κοριοειδής
Κοριολανοί
Κοριολανός
κόριον
Κόριος
κόρις
κορίσκη
κορίσκιον
κορίσκομαι
κορίσκος
Κορίσκος
κορίσκω
κόρισμα
…
κόριλλα
Save
LSJ
κόριλλα, ἡ, Boeot. Dim. of
κόρα,
IG
7.713, al. (Tanagra), 2901 (Coronea).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}