Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λεσχανάσιος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεπυρώδης
λεπύχανον
λέπω
λεπώδης
Λέριος
Λέρνα
Λερναῖος
Λέρνη
Λέρνος
λέρος
Λέρος
Λεσβάρχης
Λεσβιάζω
λεσβιάζω
Λεσβιακός
Λεσβιάς
Λεσβίζω
λεσβίζω
λέσβιον
Λέσβιος
Λεσβίς
Λεσβόθεν
Λεσβοκλῆς
Λέσβος
Λεσβῶναξ
λέσπιν
λεσπίς
λεσχάζω
λεσχαίνω
λεσχαῖος
Λεσχανάσιος
Λεσχανόριος
λεσχάρα
λεσχάραι
λέσχη
λέσχημα
λεσχημονεύομαι
λεσχήν
λεσχηνεῖ
λεσχηνεία
λεσχηνευτής
λεσχηνεύω
λεσχηνέω
λεσχηνίτης
Λεσχηνόριος
λεσχηνόριος
λεσχηνώτης
λεσχηρεῖ
λεσχηρέω
λέσχης
Λέσχης
λεσχολογία
λεσχομάχος
λέσχος
λεσχώδης
λεσωνεία
λεσῶνις
λετμός
Λετρεύς
Λέτρινα
Λετρῖνοι
…
Λεσχανάσιος
Save
LSJ
Λεσχανάσιος, ὁ (sc.
μήν
), a month at Tegea,
IG
5(2).3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}