λεπυρώδης
λεπῠρώδης, ες,
- = λεπυριώδης, Thphr. HP 1.6.7.
λεπυρώδης -ες Thphr. H.P. 1.6.7, see λεπυριώδης.
λεπυρώδης, ης, ες [ῡ]
1 c. λεπυριώδης 1, Th. H.P. 1, 6, 7, etc. ||
2 couvert d’écailles, Th. H.P. 9, 9, 16.
Étym. λέπυρον, -ωδης.
λεπυρώδης, [ῡ], ες, = λεπυριώδης, von Zwiebelgewächsen, Theophr.