Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λέσχος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λέσβος
Λεσβῶναξ
λέσπιν
λεσπίς
λεσχάζω
λεσχαίνω
λεσχαῖος
Λεσχανάσιος
Λεσχανόριος
λεσχάρα
λεσχάραι
λέσχη
λέσχημα
λεσχημονεύομαι
λεσχήν
λεσχηνεῖ
λεσχηνεία
λεσχηνευτής
λεσχηνεύω
λεσχηνέω
λεσχηνίτης
Λεσχηνόριος
λεσχηνόριος
λεσχηνώτης
λεσχηρεῖ
λεσχηρέω
λέσχης
Λέσχης
λεσχολογία
λεσχομάχος
λέσχος
λεσχώδης
λεσωνεία
λεσῶνις
λετμός
Λετρεύς
Λέτρινα
Λετρῖνοι
Λέτρινοι
Λευ(ε)ί
Λευ(ε)ΐτης
Λευ(ε)ϊτικός
λευγαία
Λευγαία
λευγαλέος
λευγαλέως
λεύγη
Λευεί
Λευείτης
Λευειτικός
Λευιαθάν
Λευίτης
Λευΐτης
Λευϊτικός
Λευιτικός
Λευῗτις
Λευκά
Λευκαδία
Λευκάδιοι
Λευκάδιος
λευκάζω
…
λέσχος
Save
Pape
λέσχος
,
f.l.
für λέκος, Ath. VIII.359e.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}