Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Λυκιάρχισσα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λυκάριος
Λυκάς
Λυκάστειος
Λυκάστη
Λυκάστιος
Λύκαστος
λυκαυγής
λύκαψος
λυκάων
Λυκάων
λυκέη
λυκεία
λυκεῖον
Λύκειον
λύκειος
Λύκειος
λυκεργής
λυκῆ
λύκη
Λυκηγενής
λυκηγενής
λυκηδόν
λυκηθμός
λυκήλατος
λυκηλάτους
Λύκηος
Λυκία
Λυκιακός
Λυκιάρχης
Λυκιαρχία
Λυκιάρχισσα
Λυκιάς
Λυκίδας
λυκιδεύς
Λυκίδης
Λυκίη
Λυκίηθεν
Λυκίηνδε
Λυκῖνος
Λυκιοεργής
λυκιοεργής
Λύκιοι
λύκιον
λύκιος
Λύκιος
Λυκιουργής
λυκιουργής
λυκιουργίς
λυκίς
Λύκις
λυκίσκος
Λυκίσκος
Λυκιτᾶς
Λυκόα
λυκοβατίας
λυκόβρωτος
λυκοδέρειος
λυκοδίωκτος
λυκόδοντες
λυκοειδής
λυκοεργής
…
Λυκιάρχισσα
Save
LSJ
Λῠκι-άρχισσα, ἡ, fem. of
Λυκιάρχης,
TAM
2(1).189a2 (Sidyma).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}