λυκίσκος
λυκίσκος· ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμα δὲ μόνον, ἢ ἄνοδος δόματος, Hsch. λῠκοβᾰτίας δρυμός· ἐν ᾧ οἱ λύκοι διατρίβουσι, Id. (post λυκαιχλίας).
λυκίσκος -ου, ὁ [λύκη ] lantern MarcDiac. VPorph. 98 (v.l. οἰκίσκου).