πάλα
πάλα, nugget
Could not find Παλαντίαν in Logeion dictionaries.
Παλαντίαν Proper-name noun: feminine accusative singular of Παλαντίαν
πάλα, ἡ,
- nugget of gold, Str. 3.2.8. (Spanish word.)
- II πάλα· ζώνη, Hsch.
πᾰλα (-ᾳ.)
- 1wrestling κρατέων πάλᾳ O. 8.20 ὁ δὲ πάλᾳ κυδαίνων Ἔχεμος Τεγέαν O. 10.66 τό μοι θέμεν Κρονίδᾳ τε Δὶ καὶ Νεμέᾳ Τιμασάρχου τε πάλᾳ ὕμνου προκώμιον εἴη N. 4.10 νῦν πέφανται οὐκ ἄμμορος ἀμφὶ πάλᾳ κυναγέτας N. 6.14 Ἀρισταγόραν ἀγλααὶ νῖκαι ἐστεφάνωσαν πάλᾳ καὶ μεγαυχεῖ παγκρατίῳ N. 11.21