Τιμόκριτος
Τιμό·κριτος, ου (ὁ) [ῑῐ] Timokritos, h. Pd. N. 4, 13, etc.
Étym. τιμή, κρίνω.
Τῑμόκρῐτος father of Timasarchos.
- 1εἰ δʼ ἔτι ζαμενεῖ Τιμόκριτος ἁλίῳ σὸς πατὴρ ἐθάλπετο N. 4.13