τιμιοπώλης
τιμιοπώλης, one who sells dear
τῑμιο-πώλης, ου, ὁ,
- one who sells dear, Phryn.Com. 52.
τιμιο·πώλης, ου (ὁ) [τῑ] qui vend cher, Phryn. (Poll. 7, 195).
Étym. τίμιος, πωλέω.
τιμιοπώλης, [ῑ], der teuer Verkaufende, Phryn. bei Poll. 7.195.