Τιρύνθιος
Τιρύνθιος, of Tiryns
Τιρύνθιος, α, ον [τῑ] de Tirynthe, Pd. O. 11, 31 ; Soph. Tr. 270 ; Eur. Alc. 481, etc. ; ἡ Τιρυνθίη χώρη, Hdt. 6, 76, le territoire de Tirynthe ; οἱ Τιρύνθιοι, Pd. I. 5, 28, etc. ; Hdt. 9, 86, etc., les Tirynthiens.
Étym. Τίρυνς.
Τῑρύνθιος
- 1Tirynthian πρόσθε ποτὲ Τιρύνθιον ἔπερσαν αὐτῷ στρατὸν μυχοῖς ἥμενον Ἄλιδος Μολίονες ὑπερφίαλοι O. 10.31 pro subs., Τλαπολέμῳ Τιρυνθίων ἀρχαγέτᾳ O. 7.78 (Τελαμών), τὸν χαλκοχάρμαν ἐς πόλεμον ἆγε (sc. Ἡρακλέης) σὺν Τιρυνθίοισιν πρόφρονα σύμμαχον I. 6.28