About Report a problem

Menu

Φακουσιακός

Φακουσιακός, from Φακοῦσσαι

φᾰκουσιᾰκός, ή, όν,
  • from Φακοῦσσαι (later Φακοῦσαι) in Egypt, ἀφρός Aglaïas 20 (i.e. νίτρον, which was called φακούσιον acc. to Sch. l.c.).

Saved

Recent