Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Φαμένωφ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φαλλαγώγια
φαλλαγωγία
φάλλαινα
φάλλη
Φαλλήν
φάλληνος
φαλληφορέω
Φαλληφόρια
φαλληφόρια
φαλληφόρος
φαλλικός
φαλλοβατέω
φαλλοβάτης
φαλλός
φαλλοφορέω
φαλλοφόρος
φαλός
φάλος
φαλύγματα
φάλυρα
φαλύσσεται
φαλωτός
φάμα
φαμάξαι
φάμεν
φαμέν
Φαμενός
φάμενος
Φαμενώθ
Φαμένωθ
Φαμένωφ
φαμί
φαμίζω
φαμιλία
φαμιλιαρικός
φαμιλιάριος
φαμιλιαρίς
φαμιστός
φαμμάστρια
φάν
Φαναγόρας
Φαναγόρεια
φάναι
Φάναι
Φαναί
φαναῖος
φάναξ
φαναός
φανάπτης
φανάριον
Φανάροια
φανάω
φανδόν
φάνδουρα
φάνδουρος
φάνεν
φανερολογία
φανερομισής
φανερόμισος
φανεροποιέω
φανεροποίησις
…
Φαμένωφ
Save
Bailly 2024
Φαμένωφ,
ωφος
(
ὁ
)
Phaménôph,
c.
Φαμένωθ 2,
Paus.
1, 42, 3
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}