Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φαμιλιαρίς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φαλληφορέω
Φαλληφόρια
φαλληφόρια
φαλληφόρος
φαλλικός
φαλλοβατέω
φαλλοβάτης
φαλλός
φαλλοφορέω
φαλλοφόρος
φαλός
φάλος
φαλύγματα
φάλυρα
φαλύσσεται
φαλωτός
φάμα
φαμάξαι
φάμεν
φαμέν
Φαμενός
φάμενος
Φαμενώθ
Φαμένωθ
Φαμένωφ
φαμί
φαμίζω
φαμιλία
φαμιλιαρικός
φαμιλιάριος
φαμιλιαρίς
φαμιστός
φαμμάστρια
φάν
Φαναγόρας
Φαναγόρεια
φάναι
Φάναι
Φαναί
φαναῖος
φάναξ
φαναός
φανάπτης
φανάριον
Φανάροια
φανάω
φανδόν
φάνδουρα
φάνδουρος
φάνεν
φανερολογία
φανερομισής
φανερόμισος
φανεροποιέω
φανεροποίησις
φανεροποιΐα
φανερός
φανερότης
φανερόφιλος
φανερόω
φανερῶς
…
φαμιλιαρίς
Save
LSJ
φᾰμῐλ-ιαρίς, ίδος, ἡ, = fem. of foreg., ib. 28.43,53.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}