αἰγινομεύς
αἰγινομεύς, a goatherd
αἰγῐ-νομεύς, έως, ὁ,
- goatherd, AP 9.318 (Leon.).
cabrero Nic.Al.39, AP 9.318 (Leon.) (cf.
αἰγι·νομεύς, έως, ion. ῆος (ὁ) [ῐ] chevrier, Anth. 9, 318.
Étym. αἴξ, νέμω.
αἰγινομεύς, ὁ, Ziegenhirt, Leon.Tar. 56 (IX.318).
αἰγινομεύς
αἴξ, νέμω
- a goatherd, Anth.