αἰγοβάτης
αἰγο-βάτης, ου, ὁ,
- = αἰγιβάτης, AP 12.41 (Mel.).
1 que se ayunta con las cabras
ποιμένες
2 que tiene patas de cabra Sch.Ar.l.c., cf.
αἰγο·βάτης, ου (ὁ) [ᾰ] c. αἰγιβάτης, Anth. 12, 41.
αἰγοβάτης, = αἰγιβ., ποιμένες Mel. 49 (XII.41).