αἰγόμορον Save LSJ DGE αἰγό-μορον, τό, = κώνειον, Ps.-Dsc. 4.78. αἰγόμορον -ου, τό bot. cicuta mayor, Conium maculatum L., Ps.Dsc.4.78. •Cf. αἴγινος, -ου, ὁ.