αἰγονομεύς
αἰγονομεύς, goat-herd
αἰγο-νομεύς, έως, Ion. ῆος, ὁ,
- = αἰγινομεύς, goat-herd, Nic. Al. 39.
cabrero Opp.H.4.313, Sch.Nic.Al.39c, cf.
αἰγο·νομεύς, έως (ὁ) chevrier, Nic. Al. 39.
αἰγονομεύς, ὁ, Ziegenhirt, Nic. Al. 39 u. a. D.