αἰσχημοσύνη Save DGE Bailly 2024 αἰσχημοσύνη -ης, ἡ indecencia Pall.H.Laus.38.3. αἰσχημοσύνη, ης (ἡ) honte, Clém. 1, 453 Migne. Étym. *αἰσχήμων, d’αἶσχος.