αἰσχροκερδία Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape αἰσχρο-κερδία, = αἰσχροκέρδεια, Diph. 99, cf. Hdn.Gr. 2.453. αἰσχροκερδία v. αἰσχροκέρδεια. αἰσχρο·κερδία, ας (ἡ) c. αἰσχροκέρδεια, Diph. (Stob. Fl. 10, 4). αἰσχροκερδία, ή, s. αἰσχροκέρδεια.