αἰσχροπραγέω
αἰσχροπραγέω, act disgracefully
αἰσχρο-πρᾱγέω,
- = αἰσχροποιέω, Arist. EN 1120a15.
1 recibir un trato indigno
op. καλὰ πράττειν
2 fornicar Pall.H.Laus.22.1.
αἰσχρο·πραγέω-ῶ [ᾱ] c. αἰσχροποιέω, Arstt. Nic. 4, 1, 8.
Étym. αἰ. πράσσω.
αἰσχροπραγέω, [πρᾱ], = αἰσχροποιέω, Sp.
αἰσχροπραγέω
πράσσω, αἰσχρουργέω, Arist.