αἰσχροπρεπής
αἰσχροπρεπής, of hideous appearance
αἰσχρο-πρεπής, ές,
- of hideous appearance, Sch. E. Hipp. 75; f.l. for -επής, Ael. Fr. 80.
1 de aspecto feo
ἄμουσοι καὶ αἰσχροπρεπεῖς οἱ ποιμένες
2 fig. aborrecible, execrable
αἰσχροπρεπές ... ἐστιν προσκυνεῖν ἢ τὸ ἰσότιμον ἀνθρώπων, ἢ γοῦν τὸ ἔλαττον δαιμόνων
αἰσχροπρεπής, ές, anstößig, gemein, Suid.