βαδισμός
βαδισμός, walking, going
βαδ-ισμός, ὁ,
- = βάδισις, Pl. Chrm. 160c.
forma de andar
οὔτε ἐν βαδισμῷ οὔτε ἐν λέξει
βαδισμός, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. βάδισις 2, Plat. Charm. 160c.
βαδισμός, ὁ, der Gang, Plat. Charm. 160c u. Sp.
βαδισμός
from βαδίζω
= βάδισις, Plat.