βακτήριον
βακτήριον, staff, cane
βακτήρ-ιον, τό, Dim. of βακτηρία, Ar. Ach. 448, Men. Sam. 232 βακτηρ-ίς, ίδος, ἡ,
- = βακτηρία, prob. in Achae. 21.
dim. de βακτηρία bastoncito
δέομαι ... πτωχικοῦ βακτηρίου
me falta un bastoncito de mendicante
βακτήριον, ου (τὸ) petit bâton, Ar. Ach. 448.
Étym. cf. βακτηρία.
βακτήριον, τό, Stöckchen, Ar. Ach. 448 ; πτωχικόν ir. bei Poll. 10.173.
βακτήριον
Dim. of βακτηρία, Ar.