βεβολήατο Save LSJ DGE Bailly 2024 Cunliffe Homer βεβολήατο, βεβολημένος, v. βάλλω. βεβολήατο v. βάλλω. βεβολήατο, βεβολημένος, v. βάλλω fin. βεβολήατο 3 pl. plupf. pass. βολέω.