Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βελόκιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βελιτανᾶς
Βελιτανοί
Βελιτάρας
βελίτης
Βέλιτρα
Βελιτρανός
Βελίττας
Βελιών
Βελκανία
Βελκίανα
βέλλαι
βέλλειν
Βελλερίδης
Βέλλερος
Βελλεροφόντας
Βελλεροφόντης
Βελλεροφῶν
Βελλιάνειον δόγμα
Βελλιῆνος
βέλλιον
βελλίρ
Βελλοάκοι
Βελλοί
βέλλομαι
βελλούνης
Βέλλουρος
Βελλοῦτος
Βελμινᾶτις
βελοβυθοθαμβοσεισμοφόνος
βελοθήκη
βελόκιον
βελομαντία
βελόνη
Βελόνη
βελόνιον
βελονίς
Βελονίστρια
βελονοειδής
βελονοθήκη
βελονοποικίλτης
βελονοπώλης
Βελονοπώλης
βελονόπωλις
βελονοπῶλις
βελοποιέω
βελοποιΐα
βελοποιϊκή
βελοποιϊκός
βελοποιός
βέλος
βελοστασία
βελόστασις
βελοσφενδόνη
βελότρωτος
βελουλκέω
βελουλκητέον
βελουλκία
βελουλκικός
βελουλκός
Βελοῦνον
βελοφόροι
…
βελόκιον
Save
DGE
βελόκιον
-ου, τό
dud., un tipo de
fruto
quizá algún cítrico
SB
4483.13 (VII d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}