Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βελονόπωλις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βελλερίδης
Βέλλερος
Βελλεροφόντας
Βελλεροφόντης
Βελλεροφῶν
Βελλιάνειον δόγμα
Βελλιῆνος
βέλλιον
βελλίρ
Βελλοάκοι
Βελλοί
βέλλομαι
βελλούνης
Βέλλουρος
Βελλοῦτος
Βελμινᾶτις
βελοβυθοθαμβοσεισμοφόνος
βελοθήκη
βελόκιον
βελομαντία
βελόνη
Βελόνη
βελόνιον
βελονίς
Βελονίστρια
βελονοειδής
βελονοθήκη
βελονοποικίλτης
βελονοπώλης
Βελονοπώλης
βελονόπωλις
βελονοπῶλις
βελοποιέω
βελοποιΐα
βελοποιϊκή
βελοποιϊκός
βελοποιός
βέλος
βελοστασία
βελόστασις
βελοσφενδόνη
βελότρωτος
βελουλκέω
βελουλκητέον
βελουλκία
βελουλκικός
βελουλκός
Βελοῦνον
βελοφόροι
Βελσεφών
Βέλσινον
βέλτατος
βέλτερος
Βέλτη
βέλτιον
βελτιόνως
βελτιότης
βελτιόω
βέλτιστος
βελτίων
βελτίωσις
…
βελονόπωλις
Save
Pape
βελονόπωλις
, ιδος, ἡ, fem. zu βελονοπώλης, Poll. 7.197.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}