About
Menu

βηρύλλιος

βηρύλλιος,
  • = ἀειζωον τὸ μέγα, Ps.-Dsc. 4.88.
      • 2 = ἀνεμώνη ἡ Φοινικῆ, Osthanes ap.eund.2.176; cf. Hsch. s.v. βήρυλλος.

Saved

Recent