Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βιλίσκος
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βιθυόπολις
Βιθυοπολίτης
Βίθυς
βικ-
βικαρία
βικαριανός
βικάριος
βῖκας
Βῖκας
βικεννάλιον
βικήσιμον
βικία
βικίδιον
Βίκιλις
βικίον
βίκλα
βῖκος
βικόστομον
βικρός
Βίκτας
Βίκτωρ
βιλ-
Βίλβανα
Βίλβιλις
Βίλβινα
Βιλβινάτης
Βίληχα
Βίλιθος
Βίλιος
Βίλιππος
βιλίσκος
Βιλκώνιος
Βίλλα
Βιλλαῖος
βιλλαρικός
Βίλλαρος
βιλλᾶς
βιλλίν
Βίλλιος
βίλλος
Βιμάτρα
βιμβικίζεται
βίμβλινος
βίμβλις
Βιμινάκιον
Βινάγαρα
Βίναι
Βίνδαξ
Βίνδας
Βινδελκία
βίνδιξ
Βίνδιξ
βινέω
βίνημα
βινητιάω
Βινίκιος
βίνολα
βῖνος
Βινσίττα
Βίνωθρις
βιξιλατίων
…
βιλίσκος
Save
LSJ
DGE
βιλίσκος, vulg.,
= ὀβελίσκος,
PLond.
2.329.
βιλίσκος
v.
ὀβελίσκος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}