Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βίμβλινος
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βικίδιον
Βίκιλις
βικίον
βίκλα
βῖκος
βικόστομον
βικρός
Βίκτας
Βίκτωρ
βιλ-
Βίλβανα
Βίλβιλις
Βίλβινα
Βιλβινάτης
Βίληχα
Βίλιθος
Βίλιος
Βίλιππος
βιλίσκος
Βιλκώνιος
Βίλλα
Βιλλαῖος
βιλλαρικός
Βίλλαρος
βιλλᾶς
βιλλίν
Βίλλιος
βίλλος
Βιμάτρα
βιμβικίζεται
βίμβλινος
βίμβλις
Βιμινάκιον
Βινάγαρα
Βίναι
Βίνδαξ
Βίνδας
Βινδελκία
βίνδιξ
Βίνδιξ
βινέω
βίνημα
βινητιάω
Βινίκιος
βίνολα
βῖνος
Βινσίττα
Βίνωθρις
βιξιλατίων
βιογραφία
βιοδότης
βιόδωρος
βιοδώτης
βιοδῶτις
βιοδώτωρ
βιοζυγής
βιοθάλμιος
βιοθανασία
βιοθανατέω
βιοθάνατος
βιοθανής
…
βίμβλινος
Save
LSJ
DGE
βίμβλινος,
= βίβλινος,
Hsch.
βίμβλινος
v.
βύβλινος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}