βωκολιάσδω Save LSJ Bailly 2024 Pape βωκολ-ιάσδω, βωκολ-ιαστής, βωκολ-ικός, βώκολ-ος, Dor. for βουκ-. βωκολιάσδω, βωκολιαστής, βωκολικός, βωκόλος, βῶκος, var. p. βουκολιάσδω, βουκολιαστής, etc. ; v. βουκολιάζω. βωκολιάσδω, = βουκολιάζω.