Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βώκαρος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βύτθαν
βυτθόν
βυτίνη
βυτίνιον
Βύτος
βυττάκη
Βύττακος
βύττος
βύω
βυωτήν
βῶ
Βωαινίς
βωβός
βωβύζειν
Βωβώ
Βῶγχις
Βωγχίτης
Βωδινοί
Βώδινον
βώδιον
Βωδωναῖος
Βωδώνη
Βωδωνός
βωθέω
βωθύζειν
βωκ-
βωκαλλίς
Βώκανα
Βωκανοί
βωκάριν
βώκαρος
Βώκαρος
βώκκαλις
βωκκαλίς
βωκολιάσδω
βωκολιαστής
βωκόλος
βῶκος
βωκός
Βωκώνιος
βωλά
Βῶλα
βωλάζω
βωλάκιον
βωλάκιος
Βωλανοί
Βωλανός
βῶλαξ
Βῶλαξ
βωλάριον
Βωλέντιον
βωληδόν
βωλήιον
βωληνή
βωλητάρια
βωλητάριος
βωλήτης
βωλητῖνος
βωλητῖνος ἄρτος
βωλήτιον
βωλία
…
βώκαρος
Save
DGE
βώκαρος
-ου, ὁ
n. dado a la
primavera
por los de Trecén
Et.Gen
.
β
225B.,
EM
217.40G.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}