βῶλαξ
βῶλαξ, sod, clod
βῶλ-αξ, ᾰκος, ἡ,
- = βῶλος, Pi. P. 4.37, Theoc. 17.80, A.R. 3.1334.
1 terrón
δέξατο βώλακα δαιμονίαν
βώλακες ἀγνύμεναι ἀνδραχθέες
βώλακα γαίης
2 suelo
ὅτε βώλακα θρύπτει
ὑπὸ βώλακα κεῖνται
βῶλαξ, ακος (ἡ) [ᾰκ]
1 motte de terre, Pd. P. 4, 37 ; A. Rh. 3, 1334 ||
2 p. ext. terre, Thcr. Idyl. 17, 80.
Étym. βῶλος.
βῶλαξ, ακος, ἡ, Erdscholle, Pind. P. 4.37 ; Ap.Rh. 3.1334 ; übh. Land, Theocr. 17.80. S. βῶλος.
βῶλαξ
- 1sod, clod “δέξατο βώλᾰκα δαιμονίαν” (i. e. Λιβύας εὐρυχόρου σπέρμα. v. 42) P. 4.37
βῶλαξ
= βῶλος, Theocr.