γαιοφάγος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape γαιο-φάγος [ᾰ], ον, = γαιηφάγος, Nic. Th. 784. γαιοφάγος v. γαιηφάγος. γαιο·φάγος, ος, ον [ᾰ] c. γαιηφάγος Nic. Th. 784. γαιοφάγος, = γαιηφάγος, Nic. Th. 784.