γαιομέτρης
γαιο-μέτρης, ου, ὁ,
- = γεωμέτρης, Man. 4.210.
agrimensor Man.4.210; cf.
γαιο·μέτρης, ου (ὁ) c. γεωμέτρης, Man. 4, 210.
Étym. γαῖα, μετρέω.
γαιομέτρης, ὁ, = γεωμέτρης, Maneth. 4.210.
agrimensor Man.4.210; cf.