γαιοδάτης Save Bailly 2024 Pape γαιο·δάτης, ου (ὁ) [ᾰ] qui partage les terres, Call. fr. 158 (correct. p. γαιοδότης, qui donne des terres). Étym. γαῖα, δαίω. γαιοδάτης, s. γαιοδότης.