γαλουχέω
γαλουχέω, suckle
γᾰλ-ουχέω,
- suckle, Sor. 1.88, J. AJ 2.9.5, A.D. Synt. 278.1 codd., Sm. 1 Ki. 6.7:
amamantar, criar c. ac. de pers.
γαλουχήσουσί σε
• abs.
ἡ γαλουχοῦσα
τὰς γαλουχούσας βοῦς
• en v. pas.
ἐγαλουχήθη βρέφος
• fig. en lit. crist. educar en la fe, en v. pas.
γαλουχούμενοι ταῖς πρώταις εἰσαγωγαῖς τοῦ ... λόγου
γαλουχέω-ῶ, c. γαλακτουχέω, Jos. A.J. 2, 9, 5 ; Dysc. Synt. 278, 1, etc.
γαλουχέω, = γαλακτουχέω, Jos. u. Sp.