γαλουχία
γαλουχία, suckling
γᾰλ-ουχία,
- suckling, Gp. 16.21.7:
lactancia, crianza
περὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς γαλουχίας
τῆς γαλουχίας ὁ χρόνος
γαλουχία, ας (ἡ) c. γαλακτουχία, Geop. 16, 21, 7.
γαλουχία, ἡ, = γαλακτουχία, Geop.