γαργαλής Save LSJ Bailly 2024 γαργαλής, ές, prob. f.l. for δυσγάργαλις, Ael. NA 16.9. γαργαλής, ής, ές [ᾰλ] chatouilleux, El. N.A. 16, 9. Étym. Cf. γάργαλος.