γαπόνος Save DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape γαπόνος v. γεωπόνος. γαπόνος, v. γηπόνος. γαπόνος, ὁ Dor. voor γεωπόνος. γαπόνος, [γᾱ], dor. = γηπόνος.