γαστρόχειρ
γαστρόχειρ, living by one’s hands
γαστρό-χειρ, χειρος, ὁ, ἡ,
- living by oneʼs hands, written γαστερόχειρ in Str. 8.6.11, EM 221; cf. χειρογάστωρ, ἐγχειρογάστωρ.
γαστρόχειρ, ὁ, v.l. für γαστερόχειρ.