γαυλίς Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape γαυλίς, ίδος, ἡ, = γαυλός, Opp. C. 1.126. γαυλίς -ίδος, ἡ vasija para aceite, Opp.C.1.126. γαυλίς, ίδος (ἡ) cruche (à huile), Opp. C. 1, 126. Étym. γαυλός. γαυλίς, ίδος, ἡ, = γαυλός, Eimer, Opp. Cyn. 1.126.