γατομέω Save DGE Bailly 2024 Pape γᾱτομέω cortar la tierra, e.e. arar, labrar βοώτης γατομῶν Lyc.268, cf. 1396, χθόνα γατομέοντες A.R.2.1005. γατομέω, v. γητομέω. γατομέω, dor. = γητομέω.