γρωθύλοι Save γρωθύλοι, sow LSJ γρωθύλοι· γωλιοί, σπήλαια, Hsch. γρωθώνη· σαπρὰ γραῦς, οἱ δὲ τὴν παλαιὰν ὄνησιν, Id. γρώνα (s. v. l.), ἡ, sow (Lacon.), and pl. γρωνάδες, Id.