γύος
γύος, ὁ,
- = γύης II, PLips. 106.16 (i A. D.), PTeb. 373.7 (ii A. D.), etc.
suelo cultivable, unidad de cultivo
μετρήσας αὐτοῦ τὸν γύον
ἀρούρας ... ὅσαι ἐὰν ὦσι ἐν τῷ ... Λααρχικῷ γύῳ