γύπειος
perteneciente al buitre
ἐγκέφαλος
χολή
λάχανόν ἐστι καὶ τὸ κώνειον, ὥσπερ κρέας ἐστὶ καὶ τὸ γύπειον
γύπειος, ος, ον [ῡ] de vautour, Bas. 2, 780c ; 1171b.
Étym. γύψ.
perteneciente al buitre
ἐγκέφαλος
χολή
λάχανόν ἐστι καὶ τὸ κώνειον, ὥσπερ κρέας ἐστὶ καὶ τὸ γύπειον