γυνή
γυνή, γυνή, γυναικός, ἡ (voc. γύναι), woman; wife
- woman, opp. man, Il. 15.683, etc.: with a second Subst., γ. ταμίη housekeeper, 6.390; δέσποινα Od. 7.347; γρηΰς (q. v.), ἀλετρίς (q. v.), δμῳαὶ γυναῖκες Il. 9.477, al.; Περσίδες γ. Hdt. 3.3: voc., as a term of respect or affection, mistress, lady, E. Med. 290, Theoc. 15.12, etc.; φαντὶ γυναῖκες the lasses say, Id. 20.30; πρὸς γυναικός like a woman, A. Ag. 592: prov., γ. μονωθεῖσʼ οὐδέν Id. Supp. 749; ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω (cf. γράφω II) S. Fr. 811; γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει Id. Aj. 293.
- II wife, spouse, Il. 6.160, Od. 8.523, Hdt. 1.34, etc.; γ. καὶ παρθένοι X. An. 3.2.25; opp. ἑταίρα, Is. 3.13; γ. γνησία, PEleph. 1.3 (iv B. C.); also, concubine, Il. 24.497.
- III mortal woman, opp. goddess, 14.315, Od. 10.228, etc.
- IV female, mate of animals, Arist. Pol. 1262a22 (dub. sens.), Xenarch. 14, etc.— Not to be taken as Adj. in γυναῖκα θήσατο μαζόν Il. 24.58. (Cf. Ved. gnā- (freq. disyll.), Skt. janis.)
I op. ἀνήρ
1 mujer
a) en gener., op. ‘varón’ explícitamente
πολέες τέ ἑ θηήσαντο ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες
χάριν ἔχειν τῇ τύχῃ ... ὅτι ἀνὴρ καὶ οὐ γ. (ἐγενόμην)
ἄλλος γυναικὸς κόσμος, ἄλλος ἀρρένων
διά τοι τοῦτο καὶ τοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ ἀνδράσι προσφέρει ὁ θεὸς καὶ γυναιξί
ἡ γ.
la mujer esp. de la primera mujer en la tradición judeo-cristiana
• junto a παῖς:
οὐκ ἀλέγω, ὡς εἴ με γ. βάλοι ἢ πάϊς ἄφρων
b) como perteneciente a colectivos, op. implícitamente a lo masculino
δῖα γυναικῶν
divina entre las mujeres epít. de Helenaβαθυζώνους τε γυναῖκας
y a mujeres de ajustada cinturaγυναικῶν εἶδος ἀρίστη
de Peribeaγυναικῶν φῦλον
τὸ τῶν γυναικῶν γένος
κορυβαντιῶσαι γυναῖκες
mujeres coribantes
•
μοναστήριον γυναικῶν
monasterio de monjas
c) muy frec. como objeto de tópicos y prov.
ἄνδρεσσι κακὸν θνητοῖσι γυναῖκας Ζεὺς ... θῆκε
γ. πολλὰ ἀνδρὸς ὀξυτέρη πρὸς κακοφραδμοσύνην
χωρὶς γυναικὸς θεὸς ἐποίησεν νόον τὰ πρῶτα
γ. μὴ ἀσκείτω λόγον
κόσμος ὀλιγομυθίη γυναικί
ἦ κάρτα πρὸς γυναικὸς αἴρεσθαι κέαρ
muy propio es de mujer dejar que vuele el corazónγ. μονωθεῖσ' οὐδέν
ὅρκους ἐγὼ γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω
ref. a lo que es de poco fiarἂν μὴ μανιῶν ἢ γήρως ἢ φαρμάκων ἢ νόσου ἕνεκα ἢ γυναικὶ πειθόμενος
como salvedad en la aplicación de una leyὑπὸ γυναικὸς ἄρχεσθαι ὕβρις εἴη ἂν ἀνδρὶ ἐσχάτη
ζήτει γυναῖκα σύμμαχον τῶν πραγμάτων
γ. στρατηγεῖ καὶ γ. στρατεύεται
aplicado a los cobardesταμιεῖον ἀρετῆς ἐστι γενναία γ.
οὐκ ἐπιτρέπομεν οὖν γυναῖκας διδάσκειν ἐν Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ μόνον ... τῶν διδασκάλων ἐπακούειν
2 op. ‘macho’ mujer como insulto aplicado a un hombre, sinón. de cobarde
γυναικὸς ἄρ' ἀντὶ τέτυξο
pues en mujer te has convertido dice Héctor a Diomedesγυναῖκάς σφεας ἀπεκάλεον
3 mujer
«γυνὴ» δὲ γονή μοι φαίνεται βούλεσθαι εἶναι
4 voc.
γύναι
¡mujer! como término cariñoso dirigido a la esposa
• como fórmula protocolaria de distanciamiento ¡señora!
κρεῖσσον δέ μοι νῦν πρός σ' ἀπεχθέσθαι, γύναι
en cuanto a mí, prefiero de momento resultarte odioso, señora dice Creonte a Medea
II rel. c. su estado civil o social
1 op. ἀνήρ ‘marido’ esposa
a) de mujeres concr., c. gen.
γ. Προίτου
Ἕκτορος ἥδε γ.
ἐν Ἀργείοισιν ἤκουες τάδε· ὁ τῆς γυναικός, οὐχὶ τἀνδρὸς ἡ γ.
entre los argivos se oía hablar de ti como el (marido) de la mujer, no (se hablaba) de la esposa del hombre Electra se dirige a Egistoὁ Κανδαύλης ἠράσθη τῆς ἑωυτοῦ γυναικός
γ. πατρός
ἡ γ. τοῦ ἡγεμόνος
δείξω σοι τὴν νύμφην τὴν γυναῖκα τοῦ Ἀρνίου
metáf. de la nueva Jerusalén en sus nupcias con el Cordero
• c. otras precisiones contextuales
ἐκ χώρης ὅθι ᾗ ὀάριζε γυναικί
γ. ... φίλον πόσιν ἀμφιπεσοῦσα
μήτηρ καὶ γ.
ref. Yocastaἀδελφὴ καὶ γυνή
ref. Isis
b) en cont. más gener. y frases hechas
τί γὰρ ἥδιον ἀνθρώπῳ γυναικὸς καταθυμίας;
¿qué hay más dulce para un hombre que una esposa idónea?μισεῖται γὰρ ἀνόσιος γ.
οὐχ ἡ αὐτὴ σωφροσύνη γυναικὸς καὶ ἀνδρός
en el ámbito doméstico
• en otras oposiciones y relaciones, junto a τέκνον:
γυναικὸς ἄρχει (ὁ ἀνήρ) ... πολιτικῶς, τέκνων δὲ βασιλικῶς
c) distintas expresiones ref. al hecho de contraer matrimonio
γυναῖκα ... γαμεῖσθαι
ser tomada en matrimonio la mujer
• γαμεῖν γυναῖκα casarse el hombre
ἔγημε γυναῖκα καὶ ... θέτο δῶμα
• γυναῖκα λαμβάνειν tomar esposa, casarse el hombre, Theodect.13, Men.Epit.571, Eu.Matt.1.20, 24, 13.33,
ἄγεσθαι γυναῖκα
llevar esposa a casaἄγεσθαι τῷ παιδὶ γυναῖκα
dar esposa al hijo
• frec. γαμετὴ γ. mujer casada Lys.1.31, cf. Pl.Lg.841d, X.Oec.3.10, Men.Epit.634, Pc.487, Sel.Pap.3.14 (I a.C.), PTeb.104.16 (I a.C.), Arr.Epict.2.22.33,
αἱ ἠνδρωμέναι γυναῖκες
las mujeres casadasἡ ὁμόζυγος γ.
la cónyuge
d) op. ἑταῖρα y παλλακή esposa legítima
ἑταῖρα ἦν τῷ βουλομένῳ καὶ οὐ γ. τοῦ ἡμετέρου θείου
κουρίδιαι γυναῖκες
γ. γνησία
e) viuda
ἀποδοῦναι τῇ γυναικὶ τὴν φερνήν
devolver la dote a la viuda
2 según cont. y su distinta rel. c. el hombre esclava
πατρὸς ἐμοῖο γυνὴ Φοίνισσ' ἐνὶ οἴκῳ
• plu. concubinas
τοὺς δ' ἄλλους μοι ἔτικτον ἐνὶ μεγάροισι γυναῖκες
γυναῖκα ... κτητήν, οὐ γαμητήν
una mujer esclava, no una esposaγυναῖκες εἰλίποδες
perífr. por heterasγυναῖκες πρὸς ἑταιρισμόν
soldaderas
III op. παρθένος
1 mujer adulta
θηλύτεραι γυναῖκες
fórmula ép. pleonástica, prob. c. el sent. originario de mujeres en su plenitud prob. que ha sido madre, verdaderas hembrasἀντὶ παρθένου γυνή
Περσῶν καλαὶ καὶ μεγάλαι γυναῖκες καὶ παρθένοι
παρθένος ἔνθα βέβηκα, γ. δ' εἰς οἶκον ἀφέρπω
γυναῖκες καὶ κόραι
ἐγένετο ἂν γ. Χλόη ῥαδίως, εἰ μὴ Δάφνιν ἐτάραξε τὸ αἷμα
2 mujer prometida
τὴν ... τοῦ βασιλέως θυγατέρα, παρθένον οὖσαν, γυναῖκα τῷ βασιλεῖ κατωνομασμένην
IV op. θεά mujer mortal
θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικός
ἢ θεὸς ἠὲ γ.
γ. θεῷ εὐνηθεῖσα
Ἕκτωρ μὲν θνητός τε γυναῖκά τε θήσατο μαζόν
op. Aquiles, hijo de diosaὀνόμηνε δὲ τήνδε γυναῖκα Πανδώρην
•
Γυναικῶν Κατάλογος
tít. del poema de Hesíodo conocido tb. como Ἠοῖαι
V de anim. hembra
εἰσὶ δέ τινες καὶ γυναῖκες καὶ τῶν ἄλλων ζῴων
εἶτ' εἰσὶν οἱ τέττιγες οὐκ εὐδαίμονες, ὧν ταῖς γυναιξὶν οὐδ' ὁτιοῦν φωνῆς ἔνι;
así que, ¿no son felices las cigarras, cuyas hembras no tienen voz?
• de caballos yegua Luc.Asin.28.
VI gramaticalizado, casi como marca de fem., sin trad.
δμῳαὶ γυναῖκες
esclavasγ. οἰκουρός
δούλη γ.
γ. θῆσσα
γ. δέσποινα
esposa y señoraχῆραι γυναῖκες
viudasγ. νέα
muchachaγυναῖκες ἱέρειαι
sacerdotisasαἱ Περσίδες γυναῖκες
las persasγ. θυραῖος
extranjeraἑταίρη γ.
heteraγ. παλλακή
concubinaγυναῖκες βασίλισσαι
reinasγ. παρθένος
doncellaγ. γραῦς
ancianaγ. πρεσβῦτις
γ. ταμίη
despenseraγ. ἀλετρίς
molinera
• acompañando a un n. prop.
ἡ γ. Τεύτα
Teuta reina iliria
•De *gu̯enHi̯1 en grado ø/P como beoc. βάνᾱ ai. gnā, av. gənā, que c. otros grados vocálicos ha dado gót. qinō < *gu̯enōn, aesl. žena.
1. van mensen vrouw (bijv. tegenover man, echtgenoot, godin); met ander subst.:
2. van dieren wijfje.
Was die Bedeutung von γυνή anlangt, so bezeichnet dies Wort:
a) das Weib im Gegensatze zum Manne, ohne Rücksicht auf das Alter und gleichviel ob sie verheiratet ist oder nicht ; z.B. Hom. Il. 15.683 πολέες τέ ἑθηήσαντο ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες ; 17.435 στήλη, ἥ τʼ ἐπὶ τύμβῳ ἀνέρος ἑστήκῃ τεθνηότος ἠὲ γυναικός ; Od. 15.168 οἱ δʼ ἰύζοντες ἕποντο ἀνέρες ἠδὲ γυναῖκες ; 6.161 οὐ γάρ πω τοῐον εἶδον βροτὸν ὀφθαλμοῖσιν, οὔτʼ ἄνδρʼ οὔτε γυναῖκα ; 13.308 μηδέ τῳ ἐκφάσθαι μήτʼ ἀνδρῶν μήτε γυναικῶν ; Il. 24.698, 708, Od. 19.468, 21.323 ; Herodot. 8.88 οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασί μοι γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες. Pleonastisch Hom. θηλύτεραι γυναῖκες, Il. 8.520, Od. 11.386, 434, 15.422, 23.166, 24.202. Mit Substantiven adjektivisch verbunden : γυνὴ ταμίη Od. 2.345, Il. 6.390, γυνὴ ἀλετρίς Od. 20.105, γυνὴ Σικελὴ γρηΰς Od. 24.211, δμωαὶ γυναῖκες Od. 7.103, Il. 9.477. Ohne δμωαί allein γυναῖκες die Mägde Od. 19.497, 2.108, 17.319. Ohne Zusatz bezeichnet Od. 16.334 γυναικί die Penelope, welche vs. 332 und 337 mit Nachdruck βασίλεια genannt wird, wie vs. 335 ihr Haus δόμος θείου βασιλῆος heißt.
b) das sterbliche Weib im Gegensatze zur Göttin ; z.B. Hom. Il. 11.688 γυνὴ ἐϊκυῖα θεῇσιν, Il. 14.315 οὐ γάρ πώ ποτέ μʼ ὧδε θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικὸς θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι περιπροχυθεὶς ἐδάμασσεν ; 16.176 γυνὴ θεῷ εὐνηθεῖσα ; Od. 10.228 ἔνδον γάρ τις ἐποιχομένη ἱστὸν καλὸν ἀοιδιάει ἢ θεὸς ἠὲ γυνή. Ausdrücklich θνητός hinzugefügt Od. 11.244 θεὸν θνητήν τε γυναῖκα ; Il. 20.305 ὃν Κρονίδης περὶ πάντων φίλατο παίδων, οἳ ἕθεν ἐξεγένοντο γυναικῶν τε θνητάων.
c) die verheiratete Frar die Ehefrau ; Od. 6.184 οὐ μὲν γὰρ τοῦ γε κρεῖσσον καὶ ἄρειον, ἢ ὅθʼ ὁμοφρονέοντε νοήμασιν οἶκον ἔχητον ἀνὴρ ἠδὲ γυνή ; 11.444 ἀλλʼ οὐ σοί γʼ, Ὀδυσεῦ, φόνος ἔσσεται ἔκ γε γυναικός· λίην γὰρ πινυτή τε, καὶ εὖ φρεσὶ μήδεα οἶδεν, κούρη Ἰκαρίοιο περίφρων Πηνελόπεια ; 1.433 ; 19.165 ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος ; Il. 6.160 γυνὴ Προίτου ; vs. 460 Ἕκτορος ἥδε γυνή ; Od. 8.523 ὡς δὲ γυνὴ κλαίῃσι φίλον πόσιν ἀμφιπεσοῦσα ; γυνὴ δέσποινα Od. 7.347 ; γυνὴ μήτηρ Theocrit. 27.64 ; Od. 21.72 ἀλλʼ ἐμὲ ἱέμενοι γῆμαι θέσθαι τε γυναῖκα, Homerische Figur, γῆμαι und θέσθαι γυναῖκα stehn παραλλήλως ; 15.241 ἔνθα δʼ ἔγημε γυναῖκα καὶ ὑψερεφὲς θέτο δῶμα ; 14.211 ἠγαγόμην δὲ γυναῖκα πολυκλήρων ἀνθρώπων, ich heiratete eine Frau aus einer reichen Familie ; 15.237 κασιγνήτῳ δὲ γυναῖκα ἠγάγετο πρὸς δώματα ; Il. 9.394 Πηλεύς θήν μοι ἔπειτα γυναῖκά γε μάσσεται αὐτός, var. lect. γαμέσσεται ; Od. 9.199 οὕνεκά μιν σὺν παιδὶ περισχόμεθʼ ἠδὲ γυναικὶ ἁζόμενοι ; Il. 8.57 μέμασαν δὲ καὶ ὧς ὑσμῖνι μάχεσθαι, χρειοῖ ἀναγκαίῃ, πρό τε παίδων καὶ πρὸ γυναικῶν ; 4.162 σύν τε μεγάλῳ ἀπέτισαν, σὺν σφῇσιν κεφαλῇσι γυναιξί τε καὶ τεκέεσσιν ; Od. 13.44 ὑμεῖς δʼ αὖθι μένοντες ἐϋφραίνοιτε γυναῖκας κουριδίας καὶ τέκνα ; Il. 10.422, Od. 12.42 ; γύναι Anrede des Ehemannes an seine Frau Od. 4.148, 266, 8.424, feierlicher ὦ γύναι 18.259. Gegensatz ἑταίρα Isae. 3.13 ; daselbst 14 γαμετὰς γυναῖκας und αἱ γαμεταὶ γυναῖκες ; – γυναῖκες Kebsweiber, Beischläferinnen, im Gegensatz zur Ehefrau, Il. 24.497 ; – Gegensatz παρθένος Xen. An. 3.2.25 Theocr. 27.63 ; γυναῖκας καὶ κόρας Xen. An. 4.5.9, vgl. Theocrit. 27.64. – Auch von Tieren, Weibchen, Arist. Pol. 2.3 ; Ath. XIII.559a. – Eigentümlich γυναῖκά τε θήσατο μαζόν Il. 24.58, wo μαζόν als nähere Bestimmung zu γυναῖκα gesetzt ist ; Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ, ὅτι ἀντὶ τοῦ γυναικὸς μαζόν. Ὁμηρικὸν δὲ τὸ ἔθος· »ἃς τὴν μὲν πρύμνην ἄμφεπε (Il. 16.124)« ; vgl. Friedlaender Aristonic. (Schematol.) p. 20.
γυναικός, ἡ.
Voc. γύναι (see 5 below).
- 1
A woman in gen. Il. 1.348, Il. 2.226, Il. 3.72, Il. 4.141, Il. 5.349, Il. 9.128, Il. 11.269, Il. 12.433, etc.: Od. 1.332, Od. 3.154, Od. 7.57, Od. 11.258, Od. 13.288, Od. 15.20, Od. 18.248, Od. 19.235, etc.
- 2
The mistress of a house Od. 16.334, Od. 21.86.
- 3
In pl., the female servants in a house: τετυγμένα χερσὶ γυναικῶν Il. 22.511. Cf. Il. 18.559: εἰς ὅ κʼ εἴπω γυναιξὶ δεῖπνον τετυκεῖν Od. 15.76. Cf. Od. 2.108, Od. 16.304, Od. 17.75, Od. 18.186, Od. 19.16, Od. 22.437, etc.
With ἀμφίπολος Od. 1.362, Od. 6.52, Od. 7.235, Od. 16.413, Od. 21.8, etc.
With δμῳή Il. 6.323, Il. 9.477: Od. 7.103, Od. 13.66, Od. 16.108 = Od. 20.318, Od. 17.505, Od. 19.490, Od. 22.37, etc.
In sing., one of the servants Od. 15.417, 434, 439, Od. 19.344, etc.
With words indicating the servant’s country of origin: Φοίνισσα Od. 15.417, Σικελή Od. 24.211.
Her office: ταμίη Il. 6.390: Od. 2.345, Od. 3.479, ἀλετρίς Od. 20.105.
- 4
Specifically.
- a
A woman as distinguished from a man: γυναικὸς ἀντὶ τέτυξο Il. 8.163. Cf. Il. 7.139, 236, Il. 9.134, Il. 15.683, etc.: οὔτʼ ἄνδρʼ οὔτε γυναῖκα Od. 4.142, Od. 6.161. Cf. Od. 7.109, Od. 13.308, Od. 15.163, Od. 19.408, etc.
- b
A wife: σὺν γυναιξί τε καὶ τεκέεσσιν Il. 4.162. Cf. Il. 3.48, Il. 6.160, Il. 8.57, Il. 9.394, Il. 17.36, etc.: ἀνὴρ ἠδὲ γ. Od. 6.184. Cf. Od. 1.13, 433, Od. 2.249, Od. 7.347, Od. 14.211, Od. 17.152, Od. 21.72, etc.
- c
A concubine as opposed to a wife Il. 24.497.
- d
A woman as distinguished from a goddess: θεᾶς οὐδὲ γυναικός Il. 14.315. Cf. Il. 16.176, Il. 24.58: ἢ θεὸς ἠὲ γ. Od. 10.228, 255.
With words indicative of mortality: θνητάων Il. 20.305: θνητήν Od. 11.244.
- a
- 5
In voc. as a term of courteous or respectful address, lady Il. 3.204, 438, Il. 6.441, Il. 24.300: Od. 4.148, Od. 6.168, Od. 8.424, Od. 11.248, etc.
- 1
Strong 1135
1. a woman, married or unmarried: Mt 11:11, 14:21, al.; ὕπανδρος γ., Ro 7:2; γ. χήρα, Lk 4:26; in vocat., γύναι implies neither reproof nor severity, but is used freq. as a term of respect and endearment, Mt 15:28, Jo 2:4, 4:21 19:26.
2. a wife: Mt 1:20, I Co 7:3, 4 al.; γ. ἀπολύειν, Mk 10:2, al.; γ. ἔχειν Mk 6:18; γ. λαβεῖν, Mk 12:19; γ. γαμεῖν, Lk 14:20.
3. a deaconess, I Ti 3:11 (CGT, in l.).
- Ia woman, Lat. femina, opp. to man, Hom., etc.; with a second Subst., γυνὴ ταμίη housekeeper, δέσποινα γ., δμωαὶ γυναῖκες, etc., Hom.:—in voc. often as a term of respect, mistress, lady, Theocr.:— πρὸς γυναικός like a woman, Aesch.
- IIa wife, spouse, opp. to παρθένος, Hom., Xen.
- IIIa mortal woman, opp to a goddess, Hom.
-
…, ὅτι κελεύει, ἐάν τις ἄνθρωπον ἐλεύθερον ἢ παῖδα αἰσχύνῃ βίᾳ, διπλῆν τὴν βλάβην ὀφείλειν · ἐὰν δὲ γυναῖκα, ἐφʼ αἷσπερ ἀποκτείνειν ἔξεστιν, ἐν τοῖς αὐτοῖς ἐνέχεσθαι · οὕτως, ὦ ἄνδρες, τοὺς βιαζομένους ἐλάττονος ζημίας…
Lysias, Speeches
-
…λυπούμενον, ἵνα ταῦτα ποιῇ · ὁ γὰρ ἅνθρωπος ἔνδον ἦν · ὕστερον γὰρ ἅπαντα ἐπυθόμην. καὶ ἐγὼ τὴν γυναῖκα ἀπιέναι ἐκέλευον καὶ δοῦναι τῷ παιδίῳ τὸν τιτθόν, ἵνα παύσηται κλᾶον. ἡ δὲ τὸ μὲν πρῶτον οὐκ ἤθελεν…
Lysias, Speeches
-
…τῇ φύσει, καὶ ἐναντίαν τὴν δόξαν τῆς προτέρας λαβοῦσαι μᾶλλον ἐκ τῶν κινδύνων ἢ ἐκ τῶν σωμάτων ἔδοξαν εἶναι γυναῖκες. μόναις δʼ αὐταῖς οὐκ ἐξεγένετο ἐκ τῶν ἡμαρτημένων μαθούσαις περὶ τῶν λοιπῶν ἄμεινον βουλεύσασθαι, οὐδʼ οἴκαδε ἀπελθούσαις ἀπαγγεῖλαι…
Lysias, Speeches
-
…Εὐφίλητε ἔφη μηδεμιᾷ πολυπραγμοσύνῃ προσεληλυθέναι με νόμιζε πρὸς σέ · ὁ γὰρ ἀνὴρ ὁ ὑβρίζων εἰς σὲ καὶ τὴν σὴν γυναῖκα ἐχθρὸς ὢν ἡμῖν τυγχάνει. ἐὰν οὖν λάβῃς τὴν θεράπαιναν τὴν εἰς ἀγορὰν βαδίζουσαν καὶ διακονοῦσαν ὑμῖν καὶ βασανίσῃς ,…
Lysias, Speeches
-
…πόλεως νόμος, ὃν σὺ παραβαίνων περὶ ἐλάττονος τῶν ἡδονῶν ἐποιήσω, καὶ μᾶλλον εἵλου τοιοῦτον ἁμάρτημα ἐξαμαρτάνειν εἰς τὴν γυναῖκα τὴν ἐμὴν καὶ εἰς τοὺς παῖδας τοὺς ἐμοὺς ἢ τοῖς νόμοις πείθεσθαι καὶ κόσμιος εἶναι. οὕτως, ὦ ἄνδρες…
Lysias, Speeches
-
…μοι ἡ μήτηρ ἐτελεύτησε, πάντων τῶν κακῶν ἀποθανοῦσα αἰτία μοι γεγένηται. ἐπʼ ἐκφορὰν γὰρ αὐτῇ ἀκολουθήσασα ἡ ἐμὴ γυνὴ ὑπὸ τούτου τοῦ ἀνθρώπου ὀφθεῖσα, χρόνῳ διαφθείρεται · ἐπιτηρῶν γὰρ τὴν θεράπαιναν τὴν εἰς τὴν ἀγορὰν βαδίζουσαν καὶ λόγους…
Lysias, Speeches
-
…φαίνεται ποιήσας, ὑβρίζων δὲ καὶ τύπτων ἅμʼ ἀμφοτέρους ἡμᾶς καὶ κωμάζων καὶ τὰς θύρας ἐκβάλλων καὶ νύκτωρ εἰσιὼν ἐπὶ γυναῖκας ἐλευθέρας. ἃ χρὴ μάλιστα, ὦ βουλή, τεκμήρια νομίζειν ὅτι ψεύδεται πρὸς ὑμᾶς. σκέψασθε δὲ ὡς ἄπιστα…
Lysias, Speeches
-
…οἱ διαφέροντες Ἀθηναίων εἰς ἀρετήν, οὓς αὐτοὶ ἑαυτῶν ἔν τε ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἄλλαις τιμαῖς προκρίνουσιν, οὗτοι γυναικῶν οὐδὲν διαφέρουσιν. ταῦτα γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὔτε ὑμᾶς χρὴ ποιεῖν τοὺς δοκοῦντας καὶ ὁπῃοῦν τι εἶναι…
Plato, Apology
-
…δὲ μή, ὁπότε λοῦσθαι δέοι, κινδυνεύῃ κατὰ τῆς κλίμακος καταβαίνουσα, ἐγὼ μὲν ἄνω διῃτώμην, αἱ δὲ γυναῖκες κάτω. καὶ οὕτως ἤδη συνειθισμένον ἦν, ὥστε πολλάκις ἡ γυνὴ ἀπῄει κάτω καθευδήσουσα ὡς τὸ παιδίον, ἵνα…
Lysias, Speeches
-
…πράττειν, ἄνευ δὲ τούτου μή, ἢ τὸν μὴ μετέχοντα καὶ διδάσκειν καὶ κολάζειν καὶ παῖδα καὶ ἄνδρα καὶ γυναῖκα, ἕωσπερ ἂν κολαζόμενος βελτίων γένηται, ὃς δʼ ἂν μὴ ὑπακούῃ κολαζόμενος καὶ διδασκόμενος, ὡς ἀνίατον ὄντα τοῦτον…
Plato, Protagoras