δαλέομαι Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δᾱλέομαι, Dor. for δηλέομαι. δαλέομαι v. δηλέομαι. δαλέομαι, v. δηλέομαι. δᾱλέομαι Dor. voor δηλέομαι. δαλέομαι, [ᾱ], dor. = δηλέομαι.