Δάλιος
Δάλιος, Dor. for Δήλιος (q.v.).
Δάλιος, v. Δήλιος.
Δᾱλιος
- 1of, from Delos epith. of Apollo. ὑπέδεκτο δʼ ἀργυρόπεζʼ Ἀφροδίτα Δάλιον ξεῖνον P. 9.10 ἰήιε Δάλιʼ Ἄπολλον Πα. 5. 1, 19, 37, 43. ]Δαλ[ Pae. 5.17 ]Δαλιο[ P. Oxy. 841. fr. 47.