Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δαφνίδιον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δάφα
Δαφέρνης
Δαφίτας
δάφνα
Δαφναγόρας
δαφναία
δαφναῖος
Δαφναῖος
δαφνᾶτος
δαφναφόριος
δαφνεῖος
δαφνέλαιον
δαφνέω
δαφνεών
δάφνη
Δάφνη
δαφνήεις
δαφνηρεφής
δαφνηφαγία
δαφνηφάγος
δαφνηφορεῖον
δαφνηφορέω
δαφνηφορία
Δαφνηφορία
δαφνηφορικός
δαφνηφόριος
δαφνηφόρος
δαφνιακός
Δαφνιακός
δαφνιδέα
δαφνίδιον
Δαφνικός
δάφνινος
Δάφνινος
δάφνιον
δάφνιος
Δάφνιος
δαφνίς
Δάφνις
δαφνίτης
Δαφνίτης
δαφνίτης οἶνος
Δαφνιτικός
δαφνῖτις
δαφνογηθής
δαφνοειδής
δαφνοινής
δαφνόκοκκον
δαφνόκοκκος
δαφνοκόμης
δαφνόκομος
δαφνοπώλης
δάφνος
Δάφνος
δαφνόσκιος
δαφνοστεφής
Δαφνοῦς
Δαφνοῦσα
Δάφνουσα
Δαφνουσία
Δαφνούσιοι
…
δαφνίδιον
Save
DGE
δαφνίδιον
-ου, τό
dim.
pequeña baya de laurel
Gal.12.558, cf.
Gloss.Bot.Gr
.379.7.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}