δεδραγμένος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Cunliffe Homer Autenrieth Homer δεδραγμένος, v. δράσσομαι. δεδραγμένος ptc. perf. van δράσσομαι. δεδραγμένος pf. pple. δράσσομαι. δεδραγμένος : see δράσσομαι.